θηρεύω

θηράω / θηρεύω охотиться

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θηρεύω" в других словарях:

  • θηρεύω — hunt pres subj act 1st sg θηρεύω hunt pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρεύω — θηρεύω, θήρευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • θηρεύω — (ΑΜ θηρεύω) 1. κυνηγώ, ασχολούμαι με το κυνήγι 2. μτφ. επιδιώκω, καταδιώκω, επιζητώ, γυρεύω να... («θηρεύειν κερδέων μέτρον», Πίνδ.) αρχ. 1. δελεάζω, προσελκύω 2. συλλαμβάνω 3. πλήττω («Τιτυόν βέλος θήρευσε», Πίνδ.) 4. (για τα χέρια ανθρώπου που… …   Dictionary of Greek

  • θηρεύω — 1. κυνηγώ. 2. αναζητώ, επιδιώκω: Θηρεύει τη δόξα. – Θηρεύει ευκαιρίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θηρεύετε — θηρεύω hunt pres imperat act 2nd pl θηρεύω hunt pres ind act 2nd pl θηρεύω hunt imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρεύσουσι — θηρεύω hunt aor subj act 3rd pl (epic) θηρεύω hunt fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) θηρεύω hunt fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρεύσουσιν — θηρεύω hunt aor subj act 3rd pl (epic) θηρεύω hunt fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) θηρεύω hunt fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρεύσω — θηρεύω hunt aor subj act 1st sg θηρεύω hunt fut ind act 1st sg θηρεύω hunt aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρεύῃ — θηρεύω hunt pres subj mp 2nd sg θηρεύω hunt pres ind mp 2nd sg θηρεύω hunt pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρευθησομένων — θηρεύω hunt fut part pass fem gen pl θηρεύω hunt fut part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηρευθέντα — θηρεύω hunt aor part pass neut nom/voc/acc pl θηρεύω hunt aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.